Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Μνῆμες τῶν παλαιῶν ἡμερῶν τοῦ Ἰουνίου στό Παλιό τό Κλῆμα

Μι­κρό ἀ­φι­έ­ρω­μα σέ Δα­σκά­λους καί πα­λι­ο­ύς συμ­μα­θη­τές.
Θε­ω­ρῶ χρέ­ος μου νά κα­τα­θέ­σω αὐ­τές τίς γραμ­μές, γιά νά ξα­να­θυ­μί­σω στο­ύς Κλη­μα­τι­α­νο­ύς κά­ποι­ες στιγ­μές τοῦ χτές, στιγ­μές χα­ρι­έ­στα­τες καί εὐ­λο­γη­μέ­νες, τίς ὀ­ποῖ­ες πολ­λοί θά ἀ­να­κα­λέ­σουν στή μνή­μη τους. Τό πό­σοι θά συγ­κι­νη­θοῦν δέν ξέ­ρω, για­τί αὐ­τό πού κα­τα­λα­βα­ί­νω εἶ­ναι ἕ­να: οἱ ρυθ­μοί τῆς ζω­ῆς καί ἡ προ­σπά­θεια ν᾿ ἀ­πο­τά­ξου­με τό πα­ρελ­θόν, ἔ­χουν με­τα­βάλ­λει το­ύς ἀν­θρώ­πους σέ ἔ­ναγ­χα ἀν­τα­γω­νι­στι­κά ἄ­το­μα, πού ἐ­πι­θυ­μοῦν μό­νο τήν προ­σω­πι­κή τους προ­βο­λή καί πο­λύ λι­γό­τε­ρο, ἤ κα­θό­λου, τήν προ­βο­λή καί τήν δι­α­τή­ρη­ση τοῦ πα­ρα­δο­σια­κοῦ χα­ρα­κτῆ­ρα τοῦ τό­που τους.
Ὡ­στό­σο ὑ­πάρ­χουν καί κά­ποι­οι πού ἐ­πι­μέ­νουν νά θυ­μοῦν­ται καί νά κρα­τοῦν μέ­σα τους, ὠ­σάν ἱ­ε­ρή πα­ρα­κα­τα­θή­κη, Μνῆ­μες καί Πρό­σω­πα τοῦ χτές, τά ὀ­ποῖ­α στέ­κουν μέ­σα στό βε­βαι­ω­μέ­νο αὐ­τό σύγ­χρο­νο Βα­βέλ, ὡς μί­α τί­μια καί χα­ρι­τω­μέ­νη πα­ρέν­θε­ση, πού, δυ­στυ­χῶς, δέν ἐ­πι­στρέ­φει πιά... Ὅ­μως και­ρός εἶ­ναι νά κοι­τά­ξου­με κα­τά κεῖ­νες τίς μέ­ρες τίς πα­λι­ές, τό­τε πού ἀ­χνό­φεγ­γε τό κα­λο­κα­ί­ρι, στό πα­λιό μας τό χω­ριό.
Ὁ Ἰ­ο­ύ­νιος ἦ­ταν γιά το­ύς πα­λι­ο­ύς Κλη­μα­τα­νι­ο­ύς ό μῆ­νας τῆς σύ­να­ξης τῶν χορ­τα­ρι­ῶν γιά τά ζῶ­α, ἀλ­λά καί τῆς συλ­λο­γῆς τῶν καρ­πῶν, ὅ­πως τοῦ κε­ρα­σιοῦ καί τοῦ βε­ρύ­κο­κου. Ἀ­κό­μα ἀ­πο­μέ­νει ἐ­κε­ί­νη ἡ μο­σχο­βο­λιά τοῦ κομ­μέ­νου καί ξε­ρα­μέ­νου χορ­τα­ριοῦ, τό ὁ­ποῖ­ο μά­ζευ­αν σέ "μπά­λες" καί τό ἀ­πο­θή­κευ­αν στίς κα­λύ­βες, γιά νά τό ἔ­χουν πρό­χει­ρο τό χει­μώ­να καί νά τα­ΐ­ζουν τά ζῶ­α. Μιά μο­σχο­βο­λιά πού συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πό κε­ί­νη ἐ­πί­σης τήν εὐ­ω­δί­α τοῦ φρε­σκο­κομ­μέ­νου βε­ρύ­κο­κου. Κι ἡ χα­ρά τῶν παι­δι­ῶν ἦ­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα πο­λύ με­γά­λη, για­τί ἐ­κτός τῶν βε­ρύ­κο­κων πού τρώ­γα­νε, στή συ­νέ­χεια σπά­ζα­νε τά κου­κο­ύ­τσια καί τρώ­γα­νε τίς "κο­κό­σες", τήν ψύ­χα δη­λα­δή. Φυ­σι­κά, ἀ­πό μιά μό­νο ποι­κι­λί­α βε­ρύ­κο­κων ἦ­ταν γλυ­κιά ἡ ψύ­χα τῶν κου­κου­τσι­ῶν. Κι αὐ­τά ἦ­ταν τά λε­γό­με­να "κα­ϊ­σά".
Ὅ­μως ὁ Ἰ­ο­ύ­νιος ἐ­πε­φύ­λασ­σε στο­ύς πα­λι­ο­ύς Κλη­μα­τι­α­νο­ύς καί τίς ὄ­ψεις τῆς ψυ­χα­γω­γί­ας ἀ­πό το­ύς τό­τε μα­θη­τές τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ Σχο­λε­ί­ου, πού ἦ­ταν οἱ ἑ­ξῆς : οἱ γυ­μνα­στι­κές ἐ­πι­δε­ί­ξεις καί ἡ Σχο­λι­κή Γιορτή τῆς λή­ξης τῶν μα­θη­μά­των.
Οἱ γυ­μνα­στι­κές ἐ­πι­δε­ί­ξεις γί­νον­ταν συ­νή­θως με­τά τοῦ Ἁ­γί­ου Κων­σταν­τί­νου, τέ­λη Μα­ΐ­ου, ἀρ­χές Ἰ­ου­νί­ου καί πάν­τα στό Γήπεδο, στόν Ἐ­λι­ώ­να. Μα­ζε­ύ­ον­ταν δέ τό­τε ὅ­λο τό χω­ριό καί χει­ρο­κρο­τοῦ­σε τά παι­διά πού ἐ­πι­δε­ί­κνυ­αν τίς ἰ­κα­νό­τη­τές τους στἀ δι­ά­φο­α ἀ­θλή­μα­τα. Μάλιστα, πο­λύ δι­α­σκέ­δα­ζαν οί Κλη­μα­τια­νοί τό­σο μέ τά ἀ­θλή­μα­τα τῆς "τσου­βα­λο­δρο­μί­ας", ὅ­σο καί μέ τό χο­ρό τῶν μι­κρῶν παι­δι­ῶν τῆς πρώ­της καί τῆς δευ­τέ­ρας τά­ξης. Πάντα στή μνή­μη θά ὑ­πάρ­χει ἐ­κε­ί­νη ἡ δρο­σε­ρή δει­λι­νή ὥ­ρα μέ τή φω­τει­νή ἀ­τμό­σφαι­ρα πού εἶ­χε τό Γήπεδο κι ὅ­λη ἐ­κε­ί­νη ἡ πε­ρι­ο­χή. Κι ἔ­να γύ­ρω οἱ Κλη­μα­τια­νοί νά κοι­τά­ζουν τά παι­διά τους καί νά χα­ί­ρον­ται το­ύ­τη τήν εὐ­χά­ρι­στη πα­ρέν­θε­ση πού γλύ­και­νε κά­πως τή βα­σα­νι­σμέ­νη τους ψυ­χή.  Εὐ­χά­ρι­στη ἦ­ταν ἐ­πί­σης καί ἡ ἀ­πο­χώ­ρη­ση σέ ὥ­ρα ἀ­πό­βρα­δη, κά­που ἐ­κεῖ πού σι­μώ­νει ἡ νύ­χτα, ὄ­ταν ὅ­λοι εὔ­χον­ταν καί τοῦ χρό­νου. Μόνο πού ἦρ­θε μιά χρο­νιά καί στα­μά­τη­σαν αὐ­τές οἱ ὄ­μορ­φες καί λι­τές ἐκ­δη­λώ­σεις.... Ἡ ζωή, βλέ­πε­τε, ἄλ­λα­ζε·  καί μα­ζί της,  τό Κλῆ­μα.
Οἱ ἐ­ξε­τά­σεις, κά­που στό τέ­λος τοῦ Ἰ­ου­νί­ου, ἦ­ταν μιά γιορτή, πραγ­μα­τι­κή γιορτή, λή­ξης τοῦ Σχο­λι­κοῦ ἔ­τους. Γίνονταν πάν­τα Κυ­ρια­κή, κα­τά τό ἀ­πό­βρα­δο, στό προ­α­ύ­λιο τοῦ Σχο­λε­ί­ου, ὅ­που μα­ζε­ύ­ον­ταν ὄ­λο σχε­δόν τό χω­ριό, γιά νά κα­μα­ρώ­σει τά παι­διά πού θά λέ­γα­νε τά ποι­ή­μα­τα ἤ θά πα­ί­ζα­νε στά μι­κρά θε­α­τρι­κά, κά­τω ἀ­πό τήν κα­θο­δή­γη­ση τῶν Δα­σκά­λων. Πόσο νο­σταλ­γι­κά ἀ­πο­μέ­νουν στή μνή­μη ὅ­λων μας ἐ­κεῖ­να τά δρο­σε­ρά ἀ­πό­βρα­δα τῶν Σχο­λι­κῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων, ὅ­ταν μορ­φον­τυ­μέ­να τά παι­διά λέ­γα­νε τά ποι­ή­μα­τα ἤ πα­ί­ζα­νε κά­ποι­ους μι­κρο­ύς ρό­λους σέ "σκέτς", δη­λα­δή σέ μι­κρά θε­α­τρι­κά ἔρ­γα. Στή­νον­ταν μιά σκη­νή ἁ­πλῆ, μέ κι­λί­μια στρωμ­μέ­νη κι ἀ­πό κεῖ τά πια­διά λέ­γα­νε τό πο­ί­η­μά τους. Πο­λύ συγ­κι­νη­τι­κό ἦ­ταν γιά τά παι­διά τῆς ἕ­κτης, πού ἄν καί ὅ­λο τό χρό­νο λέ­γα­νε, "πό­τε νά τε­λει­ώ­σω νά φύ­γω", α­ὐ­τές τίς στιγ­μές ἦ­ταν πα­ρα­πο­νε­μέ­να καί λυ­πη­μέ­να. Τό ἔ­δει­χναν δέ πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τό τήν ἄλ­λη μέ­ρα ὄ­ταν ἔ­παιρ­ναν τό ἀ­πό­λυ­τή­ριο κι ἄ­κου­γαν ἀ­πό το­ύς Δα­σκά­λους τίς στερ­νές συμ­βου­λές. 
Ἡ Δευ­τέ­ρα με­τά τό μι­κρό πα­νη­γύ­ρι τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων ἦ­ταν ἡ μέ­ρα τῆς ἀ­πό­δο­σης τῶν ἐν­δει­κτι­κῶν καί τῶν ἀ­πο­λυ­τη­ρί­ων στο­ύς μα­θη­τές. Γι­νό­ταν δέ μέ ἐ­πί­ση­μο τρό­πο καί μέ­σα σέ κλί­μα ἀ­γω­νί­ας, χα­ρᾶς καί συγ­κί­νη­σης
Ἡ ἀ­γω­νί­α σχε­τι­ζό­ταν μέ τή βαθ­μο­λο­γί­α πού θά ἔ­παιρ­ναν τά παι­διά. Για­τί ἔ­πρε­πε νά ἀ­να­κου­φι­τοῦν κι οἱ γο­νεῖς, ἀλ­λι­ῶς, τί τά πε­ρί­με­νε! Ἡ χα­ρά πά­λι ἦ­ταν γιά τήν κα­λο­και­ρι­νή ξε­γνοια­σιά, πού οὐ­σι­α­στι­κά δέν ἦ­ταν κα­θό­λου ξε­γνοι­σιά. Για­τί ὅ­λα σχε­δόν τά παι­διά βο­η­θο­ύ­σα­με το­ύς δι­κο­ύς μας στίς ἀ­γρο­τι­κές δου­λι­ές, ὅ­πως τή σύ­να­ξη τῶν καρ­πῶν, τό θά­μνε­μα, ἀ­κό­μα καί τό νά πη­γα­ί­νου­με στή βρύ­ση νά φέρ­νου­με κρύ­ο νε­ρό. Ὅ­μως ἐ­κεῖ πού τό στοι­χεῖ­ο τῆς συγ­κί­νη­σης ἔ­φτα­νε στό κα­τα­κό­ρυ­φο ἦ­ταν ὅ­ταν τά παι­διά τῆς ἔ­κτης πά­ιρ­να­νε τό ἀ­πο­λυ­τή­ριο.
Ἀ­φοῦ λοι­πόν μο­ί­ρα­ζε ὁ δά­σκα­λος τά ἀ­πο­λυ­τή­ρια στή συ­νέ­χεια ἔ­λε­γε καί τά ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στή­ρια λό­για του, τίς τε­λευ­ταῖ­ες συμ­βου­λές, γιά χρη­στο­ή­θεια, κα­λω­σύ­νη καί τι­μι­ό­τη­τα, ἀ­ρε­τές πού ὄ­φει­λαν νά δεί­ξουν τά παι­διά στή ζωή τους πού τό­τε ἄρ­χι­ζε. Για­τί τά πε­ρισ­σό­τε­ρα τά παι­διά ἄρ­χι­ζαν ἀ­μέ­σως νά μπαί­νουν στή βι­ο­πά­λη, ἐ­νῶ ἐ­λά­χι­στα ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τό δρό­μο γιά τό Γυ­μνά­σιο. Ἄ­κου­γες τό­τε τά παι­διά νά κλαῖ­νε μέ ἀ­να­φι­λη­τά, για­τί αὐ­τό πού μέ­χρι χθές ζο­ύ­σα­νε πέρ­να­γε πιά ὁ­ρι­στι­κά... Παρ᾿ ὅ­λες τίς γκρί­νι­ες καί τήν ἀ­να­μο­νή νά τε­λει­ώ­σει τό Σχο­λεῖ­ο, νά φύ­γουν καί νά τά πα­ρα­τή­σουν ὅ­λα, χαρ­τιά βι­βλί­α καί Δα­σκά­λους. Ὅ­μως ἐ­κε­ί­νη ἡ τε­λευ­τα­ί­α ἠ­μέ­ρα τά δι­έ­ψευ­δε πάν­τα. Για­τί αὐ­τό πού τε­λει­ώ­νει δέν ξα­νάρ­χε­ται, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ εὐ­λο­γη­μέ­νος καί ὀ­νει­ρε­μέ­νος και­ρός τῆς παι­δι­κῆς μας ἡ­λι­κί­ας....                                                
π. Κων. Ν. Καλ­λια­νός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου