Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Ἀναστάσιμος δρόμος….

Πασχάλια βιώματα ποιμαντικῆς προοπτικῆς

Αντιγράφω ἀπό τὸν ἀπαράμιλλο Παπαδιαμάντη.

«Τὴν νύκτα ἐκείνην, νύκτα  Ἀναστάσεως, ἡ Ἀνάστασις ἐτελεῖτο εἰς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁϊ-Γιώργη τῆς Χριστοδουλίτσας, κείμενον χίλια βήματα ἄνω ἀπό τὸν ἀνήφορον τοῦ λόφου, ὄχι μακρὰν ἀπό τὰ τέσσαρα καλύβια τῆς κοιλάδος τῶν Βουρλιδίων. Ἐκεῖ ἀνήφθησαν φαιδραὶ λαμπάδες ἀνάμεσα εἰς δένδρα, κάτω ἀπό τὰ γλυκὰ, λάμποντα ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, πρὶν ἀνατείλη ἀκόμη ἡ σελήνη. Καὶ ἦσαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ βοσκοὶ κι οἱ βοσκοποῦλες τοῦ διαμερίσματος, φοροῦσαι τὰ στολίδιά των τὰ πασχαλινὰ, εὐφραινόμεναι καὶ ἀπολαύουσαι τὴν ἄρρητον χαρὰν καὶ εὐωδίαν τοῦ Πάσχα».
Δὲν προτίθεμαι νὰ σχολιάσω τὸ παραπάνω κείμενο, μόνο θὰ ἤθελα, ὡς παπᾶς σὲ μιὰ ἐνορία (μεταλλαγμένη, ἀσφαλῶς, σήμερα) ἡ ὁποία ἄγγιξε τέτοιες στιγμὲς στὸ παρελθὸν, νὰ σημειώσω κάποιες σκέψεις.
 Εἰλικρινὰ, φοβᾶμαι ὅτι ὁ δικός μας Ἀναστάσιμος δρόμος, ὄχι μόνο χορτάριασε καὶ δὲν περπατιέται, ἀλλ᾿ ὅσο περνάει ὁ καιρὸς ὅλο καὶ περισσότερο ἐγκαταλείπεται, γιατὶ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἄς ποῦμε ὁ πιστὸς, ὁ ἐνορίτης, εἶναι πάντα, ἤ σχεδὸν πάντα, βιαστικὸς, βιάζεται. Μάλιστα βιάζεται ὑπερβολικὰ,  σὲ σημεῖο νὰ  μεθοδεύει τὶς ἀνάγκες του μόνο στὴν εὐωχία καὶ στὴν ἐκτέλεση κάποιων καθιερωμένων ἐπιφανειακῶν ἐθιμικῶν διατάξεων, ὅπως εἶναι τὸ  νὰ κρατᾶς τὴ λαμπάδα ὅταν βρεθεῖς στὸ προαύλιο, νὰ πεῖς Χριστὸς Ἀνέστη-τελευταῖα κι αὐτὸ ξεχάστηκε-μὲ τὰ καθιερωμένα Χρόνια Πολλὰ. Στὴ συνέχεια,  ἀφοῦ εἰπωθοῦν καὶ κάποιες ἄλλες εὐχὲς, αὐτὴ τὴ φορὰ μπροστὰ στὴν ἑορταστικὴ τράπεζα, θὰ «τσουγκριστεῖ»τὸ κόκκινο τ᾿ ἀβγό, ὥστε ἡ γιορτὴ νὰ λάβει τὸ ὅποιο νόημά της καὶ νὰ τελειώσει ἐδῶ.
Κι ὕστερα μιὰ βαρειὰ σιωπὴ τὰ διαδέχεται ὅλα… Γιατὶ, δυστυχῶς, εἰσήλθαμε πιὰ στὴ στεγνὴ πραγματικότητα ἤ  ἔτσι μάθαμε. Ἔτσι μᾶς δίδαξαν τὰ τελευταῖα χρόνια κι αὐτὴ τὴν ἀγωγὴ ἀποκτήσαμε. Γιὰ νὰ ἔρχεται σήμερα ὁ καθένας καὶ νὰ τὰ βάζει μὲ τοὺς παπάδες ὅτι δὲν κάνουν σωστὰ τὴ δουλειά τους, ἤ μ᾿ ἐκείνους, κληρικοὺς ἤ λαϊκούς, ποὺ συντηροῦν ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ «παρωχημένα» σχήματα, σχήματα ψευδοῦς βιοτῆς καὶ ἀπρεπῶν συμπεριφορῶν. Γι᾿ αὐτὸ καὶ καθημερινὰ ὑφιστάμεθα καταιγισμοὺς ἀπειλῶν, ὕβρεων καὶ κολαφισμῶν, ἐπειδὴ ἐπιμένουμε σὲ μιὰ  παράδοση, ξένη στὰ κελεύσματα τοῦ κόσμου, στὰ ψιμίθια τῆς τεχνολογίας, στὸ στραγγάλισμα τῆς ἐλευθερίας, ποὺ εἶναι ἡ ἀπαρχὴ στήριξης καὶ ἀνέλιξης τοῦ προσώπου. Τοῦ προσώπου ἐκείνου μὲ τὸ ὁποῖο λάβαμε τὸ ὄνομα, αὐτὴ τὴ νεόσδοτο Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ὥρα, τὴν τραγικὰ ἀλλοιωμένη ὥρα, τοῦ Βαπτίσματος.
Γιατὶ ἄν προσέξουμε καλύτερα τὰ ὅσα ἡ Ἐκκλησία στὴν ὅλη Ἀναστάσιμη διαδικασία τονίζει καὶ προσκομίζει, ὅπως τὸ ἀντίδωρο τὴν ὥρα τῆς ἀπόλυσης, τότε θὰ καταλάβουμε ὅτι μέσα στὴν ὅλη τελεσιουργία, ἐκεῖνο ποὺ ἀπομένει ὡς ὁ βασικὸς ἄξονας πάνω στὸν ὁποῖο στηρίζεται τὸ πᾶν, εἶναι ἡ μέριμνά Της γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ καθενός. Καὶ τοῦ πλέον ἀσήμαντου ἀνθρωπάκου, ἐπειδὴ κι αὐτὸς ἔχει τὴ θέση του στὸ Σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ σωτηρία σημαίνει καὶ εἶναι ἀπαλλαγὴ, διατήρηση κάποιου, ἐντελῶς ἀβλαβοῦς, ἀκέραιου.
Ὁ Ἀναστάσιμος δρόμος εἶναι μιὰ διαδικασία γιὰ κοινωνία πληρότητος καὶ ἀγαλλίασης. Ἀρχίζει ἐπώδυνα, μέσα στὸ καθαρτήριο τῆς τραγικῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος κι ὕστερα, μετὰ ἀπό μιὰ πορεία μέσα σὲ ὑπόγειες, μισοφωτισμένες, ὑγρὲς καὶ κλειστοφοβικὲς διαδρομὲς, σὲ εἰσάγει σὲ λειμῶνες πάντερπνους, ἡλιοχαρεῖς, εὐφρόσυνους καὶ συμπλιαστὰς τοῦ Παραδείσου. Τὸ μόνο ποὺ ἀπαιτεῖται εἶναι ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστη σὲ μιὰ παράδοση δίχως ἀκρότητες, χωρὶς  φενακισμοὺς καὶ ψευδεῖς ἐξαγγελίες. Γιατὶ αὐτὸ ποὺ περισσεύει μέσα στὴ ζωντανὴ, φωτεινὴ καὶ ταπεινόφρονα παράδοσή μας εἶναι μόνο τὸ κάλλος, ἡ εὐπρέπεια καὶ ἡ φιλοτιμία. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ Πάσχα γίνεται ἕνα μεγάλο χαμόγελο, μέσα στὸ ὁποῖο χωρᾶμε ὅλοι : ἐγκρατεῖς καὶ ράθυμοι, πλούσιοι καὶ πένητες, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι- ἀρκεῖ νὰ τιμᾶμε αὐτὴν εἰδικὰ τὴν Ἡμέρα, τὴν Ἡμέρα ἥν ἐποίησε ὁ Κύριος, ἵνα ἀγαλλιασώμεθα καὶ εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ. 
Ξανακοιτώντας ὁ καθένας μας τὸ παράθεμα, ἀπό τὸν πάντα ζωντανὸ Παπαδιαμάντη, ἐξηγεῖ, νομίζω, τὴ στάση ποὺ διακρατεῖ  ὁ Σκιαθίτης λόγιος σὲ μέρες χρονιάρες, μὲ τὸ νὰ ἀπουσιάζει ἀπό τελετὲς, ποὺ γίνονται μέσα στὴν ἐνορία. Γιατὶ, ἄραγε; Ἴσως ἐπειδὴ γνώριζε πὼς ἡ γνησιότητα καὶ ἡ ἀκεραιότητα τοῦ Μυστηρίου αὐτοῦ τῆς Πανηγύρεως τῶν Πανηγύρεων καὶ τοῦ κέντρου τῆς λειτουργικῆς μας ζωῆς διασώζεται σιμὰ σὲ κείνους ποὺ δὲν εἶχαν ποτέ τους τὴ σιγουριὰ ἑνὸς ἐνορίτη. Τοὺς ἀλειτούργητους, τοὺς καλυβιῶτες, τοὺς λησμονημένους αἰπόλους, ὡστόσο περισσότερο θεοφοβούμενους ἀπὸ κείνους ποὺ ἀναπαύονται στὴν ὅποια συνήθεια καὶ αὐτονόητη βολή  τους. Ὅπως ἐμεῖς σήμερα.
Ἄν, λοιπόν, ἐπιθυμοῦμε νὰ περπατήσουμε τὸν Ἀναστάσιμο δρόμο θὰ χρειαστεῖ νὰ ἐξετάσουμε, μήπως τελικὰ λαθέψαμε τὴ διαδρομὴ καὶ ἀναζητοῦμε περίπατο ἀναψυχῆς καὶ χαλάρωσης, κι ὄχι πνευματικῆς ἀγαλλίασης καὶ φωτισμοῦ. Ἀληθινοῦ φωτισμοῦ ἀπό κεῖνο τὸ Φῶς Χριστοῦ, τὸ Ἀναστάσιμο,  ποὺ «φαίνει πᾶσι»……. 
παπα-Κωνσταντῖνος Ν. Καλλιανός
Μὲ θερμὲς Ἀναστάσιμες εὐχὲς καὶ πολλὲς εὐχαριστίες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου