Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Σταλαγμοὶ Κατανύξεως

( Ἄνθη εὐλαβείας ἀπό τὴν ποίηση τοῦ Π.Β. Πάσχου)
«Ἀχτίδες τοῦ ἥλιου μελιχρές, λυπητερὴ καμπάνα
μὲ κύματα βιολέτας κι ἄρωμα παρθενικὸ
ἀπ᾿ τὰ μαβιὰ κορφόκλαρα τῆς καρυδιᾶς
καὶ τ᾿ ἀγριολούλουδα τῶν κάμπων,
νὰ συνοδεύουν κουστωδίες παιδικές, καθὼς
τρέχουν νὰ προσκυνήσουν τὸ Νυμφίο…..»

Βραδυάζει, μὲ τὶς φρεσκοκομμένες τὶς βάγιες νὰ στολίζουν ἀκόμα τὸν ἀχνοφωτισμένο ναὸ καὶ ν᾿ ἀναδίνουν μιὰν εὐωδία,  ποὺ κρύβει μέσα της ὅλο τὸ κάλλος τῆς Ἐβδομάδας ποὺ σιμώνει μὲ ἀργὸ βηματισμό, πάντα σιωπηλὸ, πασπαλισμένο ὅμως  μὲ τὴ γαλήνη τῆς κατανύξεως, ποὺ, ὡστόσο,  μεριμνᾶ γιὰ στασίδι μόνιμο. Πάντα μέσα σὲ μιὰν ἐκκλησιὰ ποὺ στίβει τὰ ἔσχατα ἀποθέματα τῆς Ὑπομονῆς της καὶ τὰ προσφέρει, «εὐφροσύνης ἔνεκεν»,  σὲ ὅσους ἐπιθυμοῦν νὰ σταθοῦν ἀπέναντι στὸ Νυμφίο Χριστὸ ποὺ σιμώνει, ὡς ἄλλοι προσμονάριοι, ὡς φίλοι Του. Κι ἐμεῖς,  μὲ ἀναμμένες τὶς λαμπάδες  σπεύδουμε νὰ τὸν «ὑπαντήσωμεν». «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος..» λέμε καὶ περιμένουμε. Περιμένουμε νὰ τὸν «ὑπαντήσωμεν», ὅπως τότε, στὰ χλωρὰ τὰ χρόνια, ὅπου αὐτὲς οἱ στιγμὲς τοῦ ἀπόβραδου τοῦ ντυμένου στὰ μώβ, ἄνοιγε τοὺς κρουνοὺς τῆς πανιέρου κατανύξεως καὶ τάϊζε τὴν ψυχὴ βιώματα εὐλογημένα, ποὺ ἐγκαυστικῷ τῷ τρόπῳ ἐκτυπώθηκαν μέσα μας καὶ κάθε τέτοιες μέρες, μέρες τοῦ φωτεινοῦ Μεγαλοβδόμαδου, ἀνεβαίνουν στὴν καρδιά μας, καὶ μᾶς συντροφεύουν. Μᾶς συντροφεύουν σ᾿ αὐτοὺς τοὺς καιροὺς τῆς ἐρήμωσης καὶ τῆς ἀπουσίας γνησίων «φίλων καὶ πλησίον». Καὶ ὄχι μόνο…..

Γιατὶ, καθὼς κι ὁ ποιητὴς τὶς διασώζει μὲ στίχους, ποὺ στάζουν λυρισμὸ καὶ κατάνυξη, πάντα στὴ μνήμη ἀπομένει μιὰ μισοφωτισμένη ἐκκλησιὰ, μὲ κεριὰ μονάχα καὶ καντήλια νὰ χαρίζουν ἐκεῖνο τὸ χρυσαφένιο, εἰρηνικὸ καὶ θεῖο φῶς. Μιὰν ἐκκλησιὰ ποὺ μάζευε τοὺς ὀμίλους τῶν παιδιῶν στὸ ἱερὸ τὸ Βῆμα κι ἀπὸ κεῖ ἀντίκρυζαν μὲ ἀληθινὴ συγκίνηση τὸ φτωχὸ καὶ λιτὰ ντυμένο παπᾶ,  νὰ λιτανεύει τὸ Νυμφίο μὲ χέρια τρεμάμενα…Κι ἀπλώνονταν τότε γύρω τὸ ἄρωμα τοῦ θυμιάματος, ποὺ τὸ συνόδευε τὸ ἄλλο ἄρωμα ποὺ ἔφτανε ἀπό τὰ μαγιάτικα τὰ τριαντάφυλλα ποὺ στόλιζαν τὸ τρισκέλι.

Αὐτὲς τὶς εὐωδίες ἀκόμα τὶς κρατᾶς μέσα σου σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δύσοσμους καιροὺς καὶ πασχίζεις, ὅπως ὁ ποιητὴς, νὰ τὶς διασώζεις, νὰ τὶς φρεσκάρεις, νὰ τὶς χαίρεσαι, σιμὰ στὶς μνῆμες τῶν προσώπων καὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θεμέλιωσαν τὸν θεοφιλέσταο ἐκεῖνο κόσμο τῆς παιδικῆς ἡλικίας. Κόσμο, ποὺ καθὼς ἀντιλαμβάνεσαι δὲν τὸν ζοῦν τὰ σημερινὰ τὰ παιδιὰ τὰ κλεισμένα σὲ δωμάτια φορτωμένα μὲ τ᾿ ἀγαθὰ τῆς εὐδαιμονίας, τὰ ὁποῖα καὶ  ἀφήνουν, παρ᾿ ὅλα τὰ σύγχρονα ἀποσμητικὰ, τόση δυσοσμία, ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ ν᾿ ἀνασάνει ἡ ψυχούλα τους.

Ἄν θλίβεται κανεὶς τὶς ὧρες αὐτὲς εἶναι γιατὶ «οἱ κουστωδίες τῶν παιδιῶν» δὲν κρατοῦν πιὰ τὴν κηροσταγμένη Σύνοψη, ἀλλὰ δίστομες ρομφαῖες μὲ τὶς ὁποῖες πετσοκόβουν τὸ εἶναι τους, καθὼς τὸ ἀναλώνουν σὲ χώρους ποὺ μυρίζουν οἰνόπνευμα καὶ τσιγάρο· σὲ χώρους μὲ χαμηλωμένο φωτισμὸ ποὺ δὲν ἀνοίγουν τὴν ψυχὴ νὰ τὴν ταΐσουν κατάνυξη, ἀλλὰ τὴ σφραγίζουν, γιὰ νὰ μὴ δέχεται κανένα ἐπισκέπτη/φίλο. Πόσο μᾶλλον τὸ Θεό. 

Μέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος 2009  

π. Κων. Ν. Καλλιανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου