Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Τά Πασχαλινὰ τῆς Μητέρας...

Καθὼς ἡ Ἄνοιξη κλαδώνει μέσα στὸ χρόνο κι ἀχνοφέγγουν οἱ μέρες οἱ ἁγιασμένες τῆς Μεγαλοβδομάδας, μέρες στολισμένες μὲ τὰ μώβ ἄνθη τῆς κοτσικιᾶς καὶ τῶν ἄγριων κρίνων, μιὰ νοσταλγία ἀνεβαίνει μές᾿ ἀπό τὴν ψυχὴ κι ἀναδεύει ὅλο τὸ εἶναι. Νοσταλγία, ποὺ νοτίζει τὰ μάτια, καθὼς μέσ᾿ ἀπό τὸ σύθαμπο τοῦ χθὲς ἀνεβαίνουν οἱ τρυφερὲς ἐκεῖνες εἰκόνες, ποὺ μνημειώνουν τὸ Χρόνο καὶ ἱεροποιοῦν τὶς Μορφὲς ποὺ φιλοξένησε. Μορφὲς ποὺ τὶς κρατᾶς μέσα σου ὡσὰν στιγμὲς πάντιμες, στιγμὲς ποὺ ξορκίζουν τὸ κακὸ, καθὼς φωτίζουν τὰ βήματά σου μὲ τὶς προσευχές τους καὶ τὴν ἀναμμένη λαμπάδα τῆς καθαγιασμένης τους ψυχῆς.
Στὸ κατοικητήριο τῆς Μνήμης ποὺ μᾶς ἔχει φιλέψει ὀ Χρόνος, ἀπομένουν στὸ βάθος νὰ μᾶς ἀγναντεύουν οἱ Μορφὲς τοῦ Πατέρα, τοῦ παπποῦ καὶ τῆς γιαγιᾶς. Ὠστόσο τὴν κορυφαία θέση τὴν κατέχει ἡ Μητέρα, ποὺ ἀκόμα χλωρὰ εἶναι τὰ βήματά της στὸ σπίτι, καθὼς πρόσφατα ἀναχώρησε, σὲ ὦρες καὶ μέρες πλησιόχωρες τῆς ἀγαπημένης της ἐποχῆς: τῆς Ἄνοιξης.  Γιατὶ ἡ ἐποχὴ αὐτὴ μὲ τοὺς ποικίλους της χρωματισμοὺς καὶ τὶς ἄπειρες εὐωδιές, ἦταν γιὰ τὸ χωριό μιὰ πραγματικὴ ἐπίσκεψη Θεοῦ, ἀφοῦ ἡ ὁμορφιὰ καὶ τὸ ἀπερίγραπτο κάλλος ἄνοιγε τὴν ψυχὴ καὶ τὸ εἶναι ὁλόκληρο, τὸ ἀναπτέρωνε καὶ τοῦ χάριζε αἰσιοδοξία καὶ ἀνάταση.
Ἡ Ἄνοιξη ἦταν λοιπόν, ἡ ἐποχὴ ποὺ ἀφύπνιζε ἀπό τὸ λήθαργο τοῦ χειμώνα τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἔδινε τὴν εὐκαιρία ν᾿ ἀποβάλλουν ἀπό πάνω τους τὸ λήθαργο καὶ τὶς γκρίζες  ἐκεῖνες, ἀλλὰ καὶ μονότονες μέρες του. Τώρα τὰ πράγματα ἄρχισαν νὰ «διαφοροποιοῦνται. Ὑψώνονται οἱ ψυχὲς, ὅπως οἰ παπαροῦνες κι οἱ μαργαρίτες, οἱ φωνὲς τῶν ἀνθρώπων συναλλάσσονται μὲ τὶς φωνὲς τῶν πουλιῶν καὶ τὸν βόμβο τῶν μελισσῶν. Τὰ σπίτια καὶ τὰ σοκκάκια ἀλλάζουν ὄψη καὶ οἱ εὐωδιές τοῦ φρεσκοστρωμένου ἀσβέστη ἀνταλλάσονται μὲτ τὶς εὐωδιὲς τοῦ φρεσκοκομμένου μάραθου καὶ τῶν βλασταριῶν ἤ τοῦ ἄνιθου καὶ τῶν χλωρῶν κρεμυδιῶν, ποὺ συνοδεύουν τὸ μαγείρεμα τῆς σουπιᾶς, γιατὶ, ἄς μὴν τὸ ξεχνᾶμε, ἡ Σαρακοστὴ ἀκόμα ὀδοιπορεῖ...

Αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες φρόντιζε πάντα ἠ Μητέρα νὰ τὶς ἀξιοποιήσει, γιὰ νὰ εἶναι ἕτοιμο στὸ σπίτι τὴν Πασχαλιά. Μὲ πρῶτο τὸ ἄσπρισμα τῶν τοίχων καὶ κυρίως τῶν πεζουλιῶν τοῦ σπιτιοῦ, ὥστε νὰ εἶναι κατάλευκο τέτοιες μέρες. Ἀκόμα καὶ τὸ ἐσωτερικὸ τῆς παραστιᾶς ἀσβεστονώταν, καθὼς ἦταν καπνισμένο ἀπό τὴ φωτιὰ τοῦ χειμώνα. Ἀργότερα, ὅταν τὸ τζάκι τὸ ἀντικατέστησε ἡ ξυλόσομπα, τότε καθαρίζονταν οἱ τοίχοι τοῦ σπιτιοῦ, οἱ μπογιατισμένοι μὲ χρώμα μπέζ.
Σειρὰ εἶχαν τὰ γυαλικὰ, ποὺ τὰ κατέβαζε μὲ προσοχὴ καί τὰ ἔπλενε μὲ καθαρὸ νερὸ καὶ σαπούνι ἤ ἀπορρυπαντικό. Ἄρχιζε ἀπό τὴ «βγοῦ» στὸ τζάκι, γιὰ νὰ καταλήξει σ᾿ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα. Κι ἄστραφταν τότε στὸν ἀνοιξιάτικο ἥλιο τὰ πιάτα, τὰ ποτήρια, τὰ φλυτζάνια τοῦ καφὲ, οἱ φλυτζάνες γιὰ τὸ «ζεστό». Μαζὶ δὲ μὲ αὐτὰ γίνονταν καὶ τὸ σφουγγάρισμα τοῦ σπιτιοῦ, πατώματα, καρέκλες, σκαμνάκια. Ὅλα σφουγγαρίζονταν μὲ προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια κι ἔτσι ὅλο τὸ σπίτι μοσχοβολοῦσε, ἔπαιρνε μιὰ γιορταστικὴ ὄψη καὶ ἑτοιμάζονταν γιὰ τὴν ἕλευση τῆς Μεγαλοβδομάδας. Γιατὶ σ᾿ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους τὸ σπίτι τους ἦταν ὁ ἱερὸς ὁ χῶρος ποὺ τοὺς ἀνάπαυε, ὁ μόνος τόπος ποὺ βίωναν τὴ χαρμολύπη τοῦ βίου, ἀφοῦ ἐκεῖ εἶχαν τὶς ἀναμνήσεις τους, ἐκεῖ ἀντάμωναν τὶς σκιὲς τῶν προγόνων καὶ γενικὰ βίωναν μὲ περισσὴ χάρη αὐτὸ ποὺ τονίζει  ποιητής.
Στόν ἴδιο χῶρο
Οἰκίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
ποῦ βλέπω κι ὁπού περπατῶ. Χρόνια καί χρόνια.
Σέ δημιούργησα μές σε χαρά καί μές σε λύπες:
μέ τόσα περιστατικά, μέ τόσα πράγματα.
Κ'αἰσθηματοποιήθηκες ὁλόκληρο, γιά μένα.
Κ.Π.Καβάφης
Τὰ χρόνια πέρασαν. Ἀπόκαμε ἠ Μάνα κι ἄρχισε σιγά-σιγά νὰ τὰ ἐγκαταλείπει ἔνα -ἕνα...Μόνο ἔνα δὲν ἄφησε, μέχρι τὴ στερνή τὴν ὥρα τῆς ἀναχώρησής της: τὸ πλύσιμο τῶν γυαλικῶν καὶ τὸ σφουγγάρισμα τοῦ πατώματος. Λές κι ἑτοιμαζόταν γιὰ τὴ συνάντηση μὲ τοὺς δικούς της ἀνθρώπους, στὸν ἀληθινὸ τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ, κι ἔπρεπε ὅλα νὰ εἶναι ἕτοιμα γιὰ τὴ νέα της αὐτὴ φιλοξενία...

Δευτέρα-Τρίτη 2-3 Ἀπριλίου 2012, Ἑβδομάδας τῶν Βαΐων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου