Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Αγιασμένες Μορφές στά Νησιά των Βορείων Σποράδων

Tά νη­σιά τῶν Βο­ρε­ί­ων Σπο­ρά­δων, δη­λα­δή ἡ Σκι­ά­θος, Σκό­πε­λος καί ἡ Ἁ­λόν­νη­σος μέ τά ἐ­ρη­μόν­νη­σα, ὑ­πῆρ­ξαν ἀ­ναμ­φί­βο­λα τό­ποι στο­ύς ὁ­πο­ί­ους κα­τέ­φυ­γαν πνευ­μα­το­φό­ροι πα­τέ­ρες μέ σκο­πό τήν ἄ­σκη­ση, τήν ἡ­συ­χί­α κά­ι τόν ἀ­για­σμό τους. Για­τί ἦ­σαν χῶ­ροι ἡ­συ­χα­στι­κοί, ε­ύ­κα­τά­νυ­κτοι, εὐ­λο­γη­μέ­νοι, καί ἐν­θέ­ου θε­ω­ρί­ας πρίν ἀ­κό­μα ἡ κα­τα­λυ­τι­κή "του­ρι­στι­κή ἀ­ξι­ο­πο­ί­η­ση"το­ύς με­τα­βάλ­λει σέ τό­πους σαρ­κο­λα­τρί­ας καί εὐ­δαι­μο­νι­σμοῦ, δυ­στυ­χῶς.
Ὅ­μως γιά τόν ἀ­να­γνώ­στη πού ἐ­πι­θυ­μεῖ νά γνω­ρί­σει δι­α­φο­ρε­τι­κά, ἀπ᾿ ὅ­τι τά δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα κά­ι οἱ του­ρι­στι­κοί ὁ­δη­γοί πα­ρου­σι­ά­ζουν, τά νη­σιά αὐ­τά, θά γί­νει σύ­ντο­μος λό­γος γιά Μορ­φές Ἁ­γί­ων πού τά ση­μά­δε­ψαν καί πα­ράλ­λη­λα τά σφρά­γι­σαν μέ τή δω­ρεά τῆς γνή­σιας πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς- ἄ­σχε­τα ἄν οἱ με­τα­γε­νέ­στε­ροι τήν ἀ­πο­ποι­ή­θη­καν ἤ με­ρί­μνη­σαν ὥ­στε νά πα­ρα­με­ρι­στεῖ μέ τρό­πο....
κυρα Παναγια
Μέχρι τήν πα­ρου­σί­α τοῦ ὀ­σί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ Ἀ­θω­νί­του, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀγοράζει στίς Βόρειες Σπο­ρά­δες τό Πε­λα­γον­νή­σι, τή ση­με­ρι­νή Κυ­ρά-Πα­να­γιά, α­ύ­τό τό πε­ρί­φη­μο ἐ­ρη­μο­ννή­σι κον­τά στήν Ἁ­λόν­νη­σο, τό μό­νο πού γνω­ρί­ζου­με εἶ­ναι ἡ πα­ρου­σί­α στή Σκό­πε­λο, μέ ἀν­τί­στοι­χη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α καί στά ὑ­πό­λοι­πα νη­σιά, τοῦ Ἁ­γί­ου Ρη­γί­νου πρώ­του (;) Ἐ­πι­σκό­που Σκο­πέ­λου.
Ό Ἄ­γιος Ρη­γῖ­νος, σύμ­φω­να μέ τό λι­τό συ­να­ξά­ρι Του, «κα­τήγετο ἐξ Ἑλ­λά­δος" καί ἐ­γι­νε Ἐ­πί­σκο­πος Σκο­πέ­λου σέ χρό­νια δύ­σκο­λα, ὅ­ταν ὁ Ἰ­ου­λια­νός ὁ Πα­ρα­βά­της εἶ­χε κη­ρύ­ξει τήν ἐ­πα­να­φο­ρά τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας. Μαρ­τύ­ρη­σε τόν 4ο αἰ. στή Σκό­πε­λο. Ἡ πα­ρά­δο­ση δι­α­σώ­ζει, με­τα­ξύ τῶν ἄλ­λων, ὅ­τι μα­ζί μέ τόν Ἅ­γιο μαρ­τύ­ρη­σαν καί 40 σκο­πέ­λί­τες.
Στή συ­νέ­χεια ἔ­χου­με τήν ἁ­γι­α­στι­κή πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­θα­να­σί­ου τοῦ Ἀ­θω­νί­του ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀφοῦ ἔλαβε ὑ­πό τήν προ­στα­σί­α καί τήν πνευ­μα­τι­κή κα­θο­δή­γη­ση τό ἡ­συ­χα­στή­ριο τῆς Κυ­ρα-Πα­να­γιᾶς-τῶν Γυ­μνο­πε­λα­γη­σί­ων ὅ­πως ὀ­νο­μά­ζον­ταν τό­τε, πρέπει νὰ τὸ ἐπισκέφτηκε, ἀφοῦ, μάλιστα, πέρασε κι ἀπό τὴ γειτονικὴ Σκῦρο.
Ά­σφα­λῶς ἡ πα­ρου­σί­α Του στή γει­το­νι­κή Κυ­ρά Πα­να­γιά θά πρέ­πει νά τό ποῦ­με μέ συγκρατημένη βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι προ­κα­θό­ρι­σε καί τήν ἔ­λευ­σή Του στή Σκό­πε­λο πού ἦ­ταν καί ἡ ἕ­δρα τῆς Ἐ­πι­σκο­πῆς τῆς πε­ρι­ο­χῆς ἐ­κε­ί­νης.
Τά στοι­χεῖ­α πού ἔ­χου­με γιά τήν πα­ρου­σί­α ἄλ­λων ἁ­γι­α­σμέ­νων Μορ­φῶν στίς Βόρειες Σπο­ρά­δες μέ­χρι τόν 17ο αἰ. εἶ­ναι, μέ­χρι σή­με­ρα, ἐλάχιστα. Π. χ. ὑπάρχει παράδοση ὅτι ὁ ὅσιος Διονύσιος ὁ ἐν Ὀλύμπῳ πέρασε ἀπό τὴ Σκιάθο. Φυσικὰ ἄν συνέβη κάτι τέτοιο, πρέπει νὰ πέρασε κι ἀπό τὴ Σκόπελο, ὅπου, μέχρι τὸν 18ο αἰ, ὑπῆρχε τὸ παλιὸ μετόχιο τῆς μονῆς Ἀγίας Τριάδος Σουβριᾶς κι εἶναι ἠ σημερινὴ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου «στὸ γιαλό».
Τόν 17ο αἰ, λοι­πόν, ὅ­ταν ἀρ­χί­ζουν τά νη­σιά νά συ­νέρ­χον­ται ἀ­πό τήν κα­ται­γι­στι­κή ἐμ­φά­νι­ση τοῦ αἱμ­μο­χα­ροῦς Μπαρ­πμα­ρόσ­σα, ἐμ­φα­νί­ζον­ται τά πρῶ­τα με­τό­χια τοῦ Ἁ­γί­ου ὄ­ρους στά νη­σιά Σκι­ά­θο, Σκό­πε­λο-πι­θα­νῶς καί Λι­α­δρό­μια (Ἁ­λόν­νη­σο)- ἀλ­λά καί στά Ἐ­ρη­μό­νησ­σα. Με­τό­χια τά ὁ­ποῖ­α συν­τε­λοῦν στήν Ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κή ἀ­να­γέν­νη­ση τῶν νη­σι­ω­τῶν μέ τήν πα­ρου­σί­α φω­τι­σμέ­νων κι ἁ­γι­α­σμέ­νων πα­τέ­ρων, πού ὑ­πῆρ­ξαν πα­ράλ­λη­λα κο­μι­στές ἱ. λει­ψά­νων καί πε­ρι­πύ­στων ἱ. Εἰ­κό­νων.
Στή Σκό­πε­λο, στίς ἀρ­χές τοῦ 18ου αἰ. ἔρ­χε­ται, ὕ­στε­ρα ἀ­πό πρόσκληση τῶν Σκοπελιτῶν καί μέ τήν οἰκονομική συνδρομή τοῦ Μητροπολίτου πρ. Ἄρτης Νεοφύτου Μαυρομάτη, ὁ ὅσιος Ἱερόθεος ὁ Ἰβηρίτης γιά νά διδάξει στή ἐκεῖ νεόσύστατο Σχολή. Παράλληλα ὀ ὅσιος κηρύττει καί στηρίζει μέ τόν συμβουλευτικό/ποιμαντικό του τρόπο τούς σκοπελίτες, ἐνῶ τούς παραδειγματίζει, ζῶντας ὁ ἴδιος σέ ἀσκητικό τόπο, στὸ μοναστηράκι δηλαδή τῶν Ταξιαρχῶν στὸ Βάτο, καί μέ ἡσυχαστικό τρόπο. Μαθητής τοῦ ὁσίου ὑπῆρξε ὁ πολύς Καισάριος Δαπόντες.
Γιούρα
Ὁ ὅσιος θά μεταβεῖ ἀργότερα στό νησάκι Γιοῦρα μαζί μέ τόν μαθητή του, τόν ἱερομόναχο Μελέτιο, ὅπου στίς 13 Σεπτεμβρίου 1745 θά τελειωθεῖ ἐν εἰρήνῃ. Πρεέπι δὲ νὰ ποῦμε πὼς στὰ Γιοῦρα ὑπῆρχε μικρὸ μονύδριο ἐπ᾿ ὀνόματι τῶν Εἰσοδείων τῆς Θεοτόκου. Ἀναφέρει δὲ ὀ Ἀργύρης Φιλιππίδης τἂ ἑξῆς. «Ἀπὸ τὸ Ψαθονήσι ἔμπροσθεν (ἐννοεῖ τὴ σημερινὴ Ψαθούρα) ἔμπροσθεν δεξιά, εἶναι τὸ νησίον Γιούρα, ἄνευ λιμένος· εἶναι ψηλὸ βουνὸ καὶ φαίνεται μακρυά. Ἔχει μόνον ἔνα μικρὸν μοναστηράκι, καὶ κάθονται ἐδῶ χρονικῶς ἐδῶ ἕνα δύο πατέρες καὶ ζοῦν μίαν ζωὴν ἀσκητικὴν, παρακαλοῦντες τὸν Θεὸν ὑπὲρ ὐγείας τῶν Ὀρθοδόξων».
Στά μέσα τοῦ 18ου ἔρχεται στή Σκόπελο νά διδάξει καί ὀ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, τοῦ ὀποίου εἰκόνα, ἀπό τίς παλαιότερες, σώζεται στό νησί.
Περίπου τὴν ἴδια χρονικὴ περίοδο, δηλαδή, στὰ μιςὰ τοῦ 18ου αἰ. ἐμφανίζεται στὴ Σκόπελο καὶ μὶα ἀκόμα ἁγασμένη μορφή, τοῦ Καυσοκαλυβίτη Γέροντα Παΐσίου τοῦ Α΄, τοῦ Μυτηληναίου, ὁ ὀποῖος μόναζε στὸ κελλὶ τοῦ Ἀγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολογου, στὰ Καυσοκαλύβια. Ἀναφέρει σχετικὰ ὀ φίλος του Καισάριος Δαπόντες, ὁ ὁποῖος ἀσφαλῶς καὶ μεσολάβησε γιὰ τὰ παρακάτω, τὰ ἐξῆς: « Παΐσιος ἱερομόναχος Μιτυληναῖος, Καψοκαλυβίτης ἐπίσημος καὶ ἄξιος τοῦ καταλόγου καὶ αὐτός........Εἰς τὴν Σκόπελον ἀπελθὼν, τοῦ ἐπαράδωκαν οἰ ἀπόγονοι τῶν κτητόρωντὸ ἱερὸν μοναστήριον τῆς ἁγίας Μεταμορφώσεως, ἔρημον, καὶ μανδρὶ τῶν γιδοπροβάτων, τὸ πλησίον εἰς τὸ ἐμὸν καὶ πατρικὸν μου μοναστήριον τῆς Παναγίας τῆς Εὐαγγελιστρίας, (μεγάλη ἡ χάρις της) καὶ τὸ ἐκυβέρνησε, καὶ τὸ ἀνθρώπισε, καθὼς φαίνεται»
Τήν ίδια ἐποχή στό νησάκι Πιπέρι, στὴν ἐκεῖ μονὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, βρίσκεται ἡ συνοδεία τοῦ ἁγιασμένου ἱερομονάχου Διονυσίου τοῦ Ζαγοραίου, πνευματικοῦ ἀδελφοῦ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ ἀγιορείτου. Στὴς ἡμέρες τῆς καθηγουμενίας τοῦ Διονυσίου ἦλθε στὸ Πιπέρι καὶ ἐκάρη μοναχὸς ὀ γνωστὸς σκοπελίτης λόγιος Καισάριος (κατὰ κόσμον Κωνσταντῖνος) Δαπόντες.
Ἡ ἐνάρετη ζωὴ τῶν πατέρων τοῦ Πιπεριοῦ ἦταν γνωστὴ, ὥστε στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰ. ὁ Ἀργύρης Φιλιππίδης νὰ γράφει τὰ ἑξῆς σημαντικά. ‘Ἄντικρυ τὰ Γιοῦρα κατὰ νότον, ἕως εἴκοσι μίλια, εἶναι νησίον μεγάλον καὶ ψηλόν, καὶ φαίνεται ἀπό μακρόθεν ἀπό τὴν θάλασσαν, καὶ καλεῖται Πιπέρι. Δὲν ἔχει ὅμως οὔτε λιμένα, ἀλλ᾿ οὔτε τόπον, ὁποῦ νὰ εὕγῃ ἄνθρωπος, ἔξω μόνον δυτικά του ἕνα κακοσκάλι. Ἐδῶ εἶναι μοναστήρι εἰς ὄνομα τῆς Θεοτόκου. Ἐδῶ κατοικοῦν ἅγιοι καὶ σεβασμιοι πατέραις, ὁποῦ δὲν θαρρῶ νὰ εἶανι εἰς τὸ ἅγιον Ὄρος τοιοῦτοι ἐνάρετοι πατέραις. Νύκτα καὶ ἡμέρα δέονται ἀκατάπαυστα τὸν ἅγιον Θεόν, ὑπὲς ρτῆς σωτηρίας τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ἔχουν ὅλα τὰ ἀναγκαία ὅσα τοὺς χρειάζονται. Ἐδῶ πηγαίνουν ναῦται καὶ ἄλλοι νὰ ποῦν τὸν λογισμόν τους, καὶ δὲν δέχονται ἐλεημοσύνη ποτέ. Σπέρνουν μὲ τὰ χέρια τους τὸ ψωμί, ὁποῦ μόνον τὸ ἑσπέρας γεύονται, χωρὶς βρώματα. Ἔχουν καὶ ἕνα μικρὸν κῆπον ὁποῦ βάνουν τὰ λαχανικὰ ὁποῦ τρώγουν. Τὸ μοναστήρι εἶναι εἰς ἕνα τόπον ὑγιεινὸν καὶ βλέπει ἀπ΄πο τέσσερα μέρη τὴν θάλασσαν. ὁ προεστός των ἔχει πάντα προορατικὸν καὶ ἐλέγχει τοὺς πταίσαντας· εἶναι ὅλοι ἕνα κοινόβιον, ὡς εἴπομεν μεγαλης ἀρετῆς ἄνθρωποι».
Ὄμως ἐκτὸς ἀπό τὸ Πιπέρι καὶ τὰ Γιοῦρα ἐναρέτους, κατὰ τὸν Φιλιππίδη, πατέρες συναντοῦμε τόσο στὴ Σκόπελο, ὅσο καὶ στὴ Σκιάθο.
Ἀναφέρει συγκεκριμένα γιὰ τὴ Σκόπελο. «Ἔξω τῆς Χώρας (τῆς Σκοπέλου) ἔχουν παρεκκλησια πολλὰ καὶ μοναστήρια κατοικημένα ἀπό ἐναρε΄τους πατέρας, οἵτινες ζοῦν μὲ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν τους». Κι ἀσφαλῶς ἀναφέρεται στὸ μοναστήρι τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τὸ «ἀσκητικόν», ὅπως τὸ όνόμασε ό πολὺς Καισαριος Δαπόντες, «καθὸ πατέρων ἀσκητῶν ὑπάρχει κατοικία» (Κῆπος Χαρίτων).
Ἀπὸ τὶς πνευματικὲς μορφὲς ποὺ συνέδραμαν τοὺς Σκιαθίτες, τοὺς Σκοπελίτες καὶ ὄχι μόνο, ἦταν καὶ ὁ Γέροντας Σωφρόνιος Κεχαγιόγλου, φίλος μὲ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο καὶ ἄλλους ὁ ὁποῖος ἦταν τελειφοιτος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χαλκης καὶ σπουδαῖος πνευματικός, τόσο στὴν Ἀθήνα,ὅσο καὶ στὸ Βόλο.
Τὸ 1887 μὲ τὴν προτροπὴ τῶν φίλων του Παπαδιαμάντη καὶ Μωραϊτίδη ἔρχεται στὴ Σκιάθο καὶ ἀναλαμβάει τὴν ἠγουμενία τῆς ἱστορικῆς μονῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἀναφέρει, μὲ τὸ γνωστό του τρόπο, ὁ Μωραϊτίδης τὰ καθέκαστα τῆς ἀνάληψης τῆς ἠγουμενίας, ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς παραιτήσεώς του. «Ἐξαίρεσιν ἀξιοθάυμαστον ἐν τῇ σιρᾷ τῶν μετακλήτων Ἡγουμένων ἀπέτέλεσεν ὁ πατὴρ Σωφρόνιος, ἐξ Ἁγίου Ὄρους, πνευματικὸς ἐνάρετος καὶ ἀσκητικώτατος, γνωστὸς εἰς τοὺς ἐν Ἀθήναις πνευματικοὺς κύκλους,πολλοὺς ὠφελήσας καὶ πολλοὺς ὠφελῶν διὰ τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας του, ὅστις ἀναλαβὼν τὴν ἡγουμενείαςν τὸ ἔτος 1887 ἐν χαρᾷ τῶν τε δημοτικῶν ἀρχόντων καὶ τῶν νησιωτῶν ὅλων, χαρὰ ἥτις ἐξεδηλώθη καὶ κατὰ τὴν ἐξ Ἰκαρίας κάθοδον τοῦ κτίτορος τῆς Μονῆς, ἐπανέφερετὴν κοινὴν Τράπεζαν, κατήργησε τὴν κρωφαγίαν, ἐδίδαξε τοὺς μοναχοὺς προσοδοφόρα ἔργα, ἤνοιξε τὸ κατάκλειστον Καθολικὸν καὶ ἐλάμπρυνε τὴν προσευχὴν διὰ τῶν κεκενονισμένων Ἀγρυπνιῶν καὶ τῆς καθημερινῆς λειτουργίας, ἀλλὰ τάχιστα προσκρούσας κατὰ τῆς αὐθαδείας ὀχληρῶν τινων ποιμένων καὶ τῆς πλεονεξίας καταπατητῶν τινων τῶν Μοναστηριακῶν κτημάτων, ἠναγκάσθη νὰ ἀποσυρθῇ ἐγκαταλιπὼν ἡμιτελὲς τὸ μέγα ἔργον ἐν ἀπογοητεύσει, ἤ καὶ κρίνας ἐν τῇ διαυγείᾳ τοῦ νο΄΄ος του, ὅτι ἀποσυρθείσης τῆς θείας χάριτοςἀπό τῆς γεραρᾶς Μονῆς, δὲν ἠδύνατο αὐτὸς νὰ ἀναστήσῃ ἕνα νεκρόν».
Γέροντες Σωφρόνιος και Σίλβεστρος
Τελικὰ ὁ Γέροντας τὸ 1889 φεύχει ἀπὸ τὴ Σκιάθο κι ὕστερ᾿ ἀπό λίγο μεταβαίνει στὴ Σκόπελο, ὅπου μετὰ ἀπό πολλοὺς ἀγῶνες, διωγμοὺς καὶ κόπους συστήνει μικρὴ ἀδελφότητα στὴ διαλυμμένη ἀπό τοὺς Βαβαροὺς Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Ἀναφέρει σχετικὰ ὀ Μωραϊτίδης. «[Ὁ π. Σωφρόνιος] ἤδη διευθύνει ἐν Σκοπέλῳ γυναικεῖον Μονύδριον δεξιώτατα μ᾿ ἐλπίδας μακροζωΐας διὰ τοῦ ἀπεράντου ἀμπελῶνος, ὅν ἐν πόνῳ καὶ μόχθῳ αὐτὸς ἐκαλλιέργησεν, ὥστε νὰ καρποφορήσωσι τὰ τόσα προσόντα, δι᾿ ὧν ἐπροικίσθη πλουσίως ὑπὸ τοῦ μεγάλου Θεοῦ».
Μαζὶ μὲ τὸν Γ. Σωφρόνιο εἶναι ὁ Γέροντας Σίλβεστρος μοναχὸς Μονοκρούσης, ἀπό τὴν Κεφαλλονιά, ἄριστος διδάσκαλος τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς, ἀφοῦ ὐπῆρξε μαθητὴς τοῦ Κλεομένους Ἀθήνη καὶ τοῦ Ἀνθίμου ἰεροδιακόνου τοῦ Λιάπη καὶ ὀ μοναχὸς Μιχαὴλ, ἄγνωστο μέχρι στιγμῆς ἀπό ποῦ, ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε νωρὶς ἐξαιτίας ἑνὸς ἀτυχήματος ποὺ εἶχε.
Ἀργότερα, ὅταν στὶς 22 Φεβρουαρίου 1922 θὰ κοιμηθεῖ κι ὁ Γ. Σίλβεστρος ἡ ὁμάδα τῶν μοναζουσῶν ποὺ ἦταν ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Γ. Σωφρονίου καὶ διέμενε στὸ παρακείμενο τοῦ Προδρόμου μοναστήρι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας μετακομίζει στὴ Μονὴ τοῦ Προδρόμου.
Γεγονὸς εἶναι πάντως πὼς ὀ Γέροντας, ὡς ἰκανὸς πνευματικὸς καὶ λόγιος κληρικὸς συνέδραμε ἰκανὰ στὴν ἁγιοπνευματικὴ καθοδήγηση τῶν πιστῶν τῆς Σκοπέλου κι ὄχι μόνο.
Η Γερόντισσα Ξένη Γαλατσάνου με τον μακαριστό Επίσκοπο Ολύμπου Δημήτριο (Μακρή)
Τὸ ἔργο τοῦ Γέροντα συνέχισε ἠ πιστὴ μαθήτρια καὶ πνευματικό του τέκνο, ἡ Γερόντισσα Ξένη Γαλατσάνου, ἀπό τὴ Σκόπελο καὶ μία ἀπό τὶς πρῶτες μοναχὲς τῆς συνοδείας τοῦ π. Σωφρονίου. Ὑπῆρξε ἀσκητική, φιλακόλουθη καὶ μὲ περισςὴ εὐλάβεια γιὰ τὸν Τ. Πρόδρομο.
Ὅμως ἀφοῦ ἀναφερθήκαμε στὸν Γ. Σωφρόνιο θὰ πρέπει νὰ γίνει λόγος καὶ γιὰ τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, ποὺ πέρασε ἀπο τὰ νησιὰ Σκιάθο καὶ Σκόπελο, ὡστόσο, ὅπως κι ὀ ἴδιος γράφει σὲ ἐπιστολή Του, ὁ νοῦς καὶ ή καρδιά Του βρίσκονταν στὸν Πρόδρομο τῆς Σκοπέλου, ὅπου φυσικὰ ἀσκοῦνταν οἰ πνευματικοίτ του ἀδελφοί, οἱ Γέροντας Σωφρόνιος καὶ Σίλβεστρος.
Ὁ Ἄγιος Νεκτάριος πρωτοῆρθε στὰ νησιὰ τὸ πρῶτο δεκαήμερο τοῦ 1892, πρῶτα στὴ Σκόπελο καὶ μετὰ στὴ Σκιάθο. Ἀσφαλῶς θὰ πῆγε καὶ στὴν Ἁλόννησο, ἄν καὶ μέχρι σήμερα δὲ γνωρίζουμε τίποτε γιὰ τὴν ἐκεῖ παρουσία του.
Στὴ Σκόπελο φιλοξενήθηκε στὸ σπίτι τοῦ ἐφημερίου τῆς Φανερωμένης π. Βασιλείου Ἀθανασιάδη, ἴσως δὲ καὶ τοῦ π. Κων. Ζαχαριάδη, ἐφημερίου τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἐνῶ τελευταῖες πληροφορίες τὸν θέλουν νὰ ἐπισκέφθηκε καὶ τὸ σπίτι τοῦ ἐφημερίου τοῦ Ἀγίου Παντελεήμονος π. Ἐμμανουὴλ Παπαγιαννούλη.
Τότε θὰ ἐπισκέφθηκε τὰ μοναστήρια τοῦ νησιοῦ καὶ φυσικὰ τὸν πολυαγαπητό του Πρόδρομο, ὅπου ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐγκαταβιώσει, ὄπως ἀναφέρθηκε.
Φυσικὰ στὴ Σκόπελο ξαναῆρθε, σύμφωνα μὲ ἐγγραφὴ στὸ Πρωτόκολλο τοῦ Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου τὸ καλοκαίρι τοῦ 1903, συγκεκεριμένα τὸν Αὔγουστο.
Τὸ πλέον σημαντικὸ δὲ εἶναι ὀ Γ. Σωφρόνιος, μὲ τὴν ἐντολὴ φυσικὰ καὶ τὴν προτροπὴ τοῦ Ἁγίου πῆγε κάποιες φορὲς στὴν Αἴγινα στὶς ἀρχὲς τοῦ 1900, γιὰ πνευματικὴ καθοδήγηση τῶν ἐκεῖ ἀσκουμένων μοναζουςῶν, πνευματικῶν τέκνων τοῦ Ἀγίου.
Τέλος, στὴ Σκόπελο στὰ πρῶτα χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1930 ἔρχεται μικρὴ συνοδεία μοναζουσσῶν ὐπὸ τὴν καθοδήγηση τῆς Γερόστισσας Ἀγαθονίκης καὶ συστήνει ἀδελφότητα στὴ Μονὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἀργότερα, στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 1940 ἔρχεται ἀπό τὰ Μετέωρα ὁ Γέροντας Προκόπιος Μακρυγιάννης καὶ γίνεται ὀ πενυματικὸς ὁδηγὸς ὄχι μόνο τῶν μοναστηριῶν τοῦ Προδρόμου καὶ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ψυχῶν ἀπό τὰ νησιὰ Σκόπελο Ἁλόννησο καὶ ὄχι μόνο. Ἀρκεῖ δὲ νὰ δεῖ κανεὶς τὰ βιβλία ἐπισκεπτῶν τῆς Μονῆς γιὰ νὰ καταλάβει τό πόσους ἀνάπαυε ὁ Γέροντας.
Ἕνας ἀκόμα ζηλωτὴς καὶ συνεχιστὴς τῆς παραδόσεως τῶν ἱεροπρεπῶν Κολλυβάδων ἔρχεται στὴ Σκόπελο τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1941 καὶ διαμένει γιὰ λίγο στὴ Μονὴ τοῦ Ἀγίου Ρηγίνου. Εἶναι ὁ ἰερομόναχος Ἰωαεκὶμ ὁ Ἁγιαννανίτης, «ὁ Ἀμερικάνος», ὅπως εἶναι γνωστὸς μέχρι σήμερα στὸ Ὄρος. Τὸ πέρασμά του ἀπό τὴ Σκόπελο πολλοὶ τὸ θυμοῦνται, γιατὶ ἀρκετὰ ὠφελήθηκαν ἀπό τὴν ἀγασμένη του βιοτὴ καὶ παρουσία.

Κλείνοντας τὸ παρὸν σχεδίασμα θὰ ἤθελα νὰ θυμίσω ἕνα πρᾶγμα. Ὅτι δηλαδή,δὲν εἶναι διόλου ὑπερβολή, ἄν ἄν χαρακτηρίσουμε τὰ νησιὰ αὐτὰ ὡς ἁγιοβάδιστα, ἀφοῦ ὄντως ἅγιοι τὰ περπάτησαν, τὰ ἐπισκέφτηκαν, τὰ ἀγάπησαν ἤ καὶ παρέμειναν σ᾿ αὐτὰ μέχρι τὰ τέλη τοῦ ἐπίγειου βίου τους. Ἑπομένως ἡ θεία σκέπη ποὺ κατέχουν εἶναι μεγάλη καὶ σημαντική. Εὐχόμαστε δὲ τὰ βήματα τῶν Ἁγίων νὰ πληθύνουν στοὺς τόπους αὐτοὺς καὶ νὰ λιγοστέψουν τὰ βήματα τῶν ἀγρίων....

π. Κωνσταντίνου Ν. Καλλιανού, εφημέριου Ι. Ν. Αγ. Παντελεήμονα Σκοπέλου
Την ανάρτηση εξοικονομίσαμε από την ιστοσελίδα της Ι. Μητροπόλεως Χαλκίδος Ιστιαίας και Βορείων Σποράδων http://www.imchalkidos.gr/page.asp?pageID=374

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου