Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ο παπα-Γιάννης, ο Καμπαήλιας και οι καμπάνες τ’ Αη-Γιαννιού

Θέλοντας να νιώσουμε κι εμείς από μακριά την εορταστική ατμόσφαιρα στην ιστορική ενορία των τριών Ιεραρχών Σκοπέλου (Αϊ Γιάννης), καταθέτουμε τήν παρακάτω ιστοριούλα.
Ευχόμαστε σε όλους τους ευσεβείς ενορίτες, Χρόνια Πολλά  οι άγιοι να μας αξιώσουν και του χρόνου να τους τιμήσουμε.

Η ομορφιά που ‘χει από φυσικό του τούτος ο τόπος εδώ γύρω είναι να τη βλέπεις και να σαστίζεις με την πλούσια καρδιά του Θεού. Δεν λέει να χάσει τη χάρη του, τού Αιόλου τα΄ακρολίμανο, θες ο Αύγουστος να καίει τον κόσμο, θες ο χειμώνας να το βαρά. Το χωριό με τ’ ασπρισμένα κι όμορφα σπίτια να στριμώχνονται ανάκατα, μια κουβάρα όξω απ το κάστρο, σαν ένα κοπάδι αρνιά να θέλουν να μπουν μέσα όλο τρομάρα. Εκεί κάτω απ το  Κάστρο είχαν οι χωρικοί την ενορία, τους Τρεις Ιεράρχες, και μπροστά η πλατεία όλο ζωή. Τα καλντερίμια αντιχτυπούσαν απ τα σιδερένια καρφιά κάτω απ’ τα πέταλα των μουλαριών κι απ’ τις φλυαρίες και τις κουβέντες που καναν οι νοικοκυράδες κι οι κοπελιές σα βγαίνανε με τις λαϊνες για νερό στη βρύση τ Αη-Γιαννιού και, πίσω και κάτω από την εκκλησία, στη βρύση του Καμπαήλια.

Ο παπα-Γιάννης, τ’ Αη-Γιαννιού ο παπάς, ταχτικός πάντα σαν έπεφτ η ώρα, γκαλιοριζε μέσα απ την καμάρα τραβώντας γραμμή για το σχοινί της καμπάνας της μικρής, να ειδοποιήσει τις γρίτσες για τον εσπερινό. ‘Υστερα στεκότανε για λίγο μπροστά στην πόρτα της εκκλησιάς –σου δινε την εντύπωση πως φορούσε την εκκλησία στην ράχη, όπως ο κόχυλας το καβούκι του- έπιανε την κουβέντα με τις νοικοκυράδες για κανένα νέο και μετά τον άκουγες από μέσα με το γνωστό Κυρ ελέησον Κυρ ελέησον…

Καλός παπάς ο παπα-Γιάννης με φαμίλια μεγάλη και παρά τη φτώχεια του δεν άφηνε ευκαιρία που να μη πει το χωρατό. Λέγανε πως σαν άνθρωπος ήτανε ο καλύτερος  απ όλους  τους παπάδες του χωριού. Έτρεχ’ ο δόλιος όμως παντού για να μπορεί να θρέψει τη φαμίλια του. Στους εσπερινούς, ο παπα-Γιάννης ασήμαινε με την καμπάνα τη μικρή εξ-εφτά φορές και τελείωνε· μα τις Κυριακές έπιανε τη μεγάλη και δεν είχε σταματημό. Και τις γιορτάδες, ακόμα χειρότερα.

Μπροστά και κάτω από την εκκλησία είχε το σπίτι του ο Καμπαήλιας, ένας  ηλικιωμένος και άεργος, έπαιρνε αμερικάνικη σύνταξη και παρίστανε τον προεστό του χωριού. Ο Καμπαήλιας κάθε Κυριακή και σχόλη γιορτινή, μόλις άκουγε την πρώτη καμπανιά απ τον παπά, του την έδινε στα νεύρα. Σηκωνότανε, άνοιγε το παράθυρο μπροστά στην εκκλησία, ακούμπαγε τα χέρια του στο κατωκάσι του παραθυριού και με μάτια αγριωπά κι άπλυτα απ’ τον ύπνο κάρφωνε τον παπά σα να του ‘λεγε: “Άντε, καλά είναι. Δε θα σταματήσεις τώρα”; Μα ο παπα-Γιάννης πού...

Έτσι, ο Καμπαήλιας με τον καιρό το πήρε απόφαση για να κάμει αναφορά στη Μητρόπολη. Δεν πέρασε πολύς καιρός κι έλαβε ο παπα-Γιάννης την πανταχούσα απ’ τον Δεσπότη που του ζητούσε εξηγήσεις. Τι να κάμει τώρα ο έρμος; Τι να ‘ξηγήσει στον Δεσπότη; Τι να του γράψει, καθώς και τα γράμματα του ήτανε λιγα;

«Αυτό είναι», σκέφτηκε. «Θα πάω να βρω και να τα πω στον καπετάνιο». Καπετάνιο ο παπα-Γιάννης έλεγε τον παπά απ’ τον Χριστό που ήτανε κι ο πρωτόπαπας του χωριού, μα και που ήξερε γράμματα καλά. «Εκεί θα πάω» , σκέφτηκε, «στον καπετάνιο».

Τέλειωσε τον ασπερινό και αντίς για τον κατήφορο, γραμμή για το σπίτι του πρωτόπαπα, που καθότανε λίγο πιο πάνω απ’ τον Αη  Γιάννη.

«Το και το καπετάνιε. Ο Καμπαήλιας το πε και το κανε. Να και το χαρτί που έλαβα σήμερα. Για πες μου καπετάνιε, συ που’ σαι και γραμματιζούμενος, τι να απαντήσω τώρα στον Δεσπότη»;

«Μη χολοσκάς» του λέει ο πρωτόπαπας. «Ασ το χαρτί εδώ να το μελετήσω κι έλα ταχιά το βράδυ να τα ξαναπούμε».

«Ας είσαι καλά, μωρέ καπετάνιε, ξερ ς εσύ, τι στον δαίμονα  σπούδαζες τόσα χρόνια Μπραϊλα».

Το ταχιά ο Παπαγιάννης πήρε το χαρτί με την απολογία και τις εξηγήσεις για τον Δεσπότη και γραμμή για το ταχυδρομείο. Έκλεισε τον φάκελο, κόλλησε το γραμματόσημο και ήρεμος και σίγουρος γι αυτά που του γραψε ο καπετάνιος τράβηξε στον καφενέ για καμιά τσιπουριά.

Πέρασ  αρκετός καιρός, μα μια μέρα του ρθε η απάντηση απ τον Δεσπότη. Την πήρε, άνοιξε τον φάκελο και τη διάβασε προσεκτικά. Ο Δεσπότης κοντολογίς του λεγε πως μπορούσε να χτυπάει την καμπάνα όσο θέλει για να πάρουνε χαμπάρι οι χριστιανοί, να ρθουν  στην εκκλησία. Αστράψαν τα μάτια του απ’ τη χαρά του παπα Γιάννη. Το διάβασε το ξαναδιάβασε, πήγε και στον πρωτόπαπα για να βεβαιωθεί και το πρωί-πρωί την Κυριακή νάτος με την παπαδιά κάτω απ’ το καμπαναριό. Ο Καμπαήλιας με την πρώτη καμπανιά βγήκε, όπως κάθε, φορά μπαρουτιασμένος στο παράθυρο. Σαν τονε βλέπει ο παπάς αναψοκοκκίνισε.

«Ίσα, Νταντίτσα» έλεγε στην παπαδιά. «Εσύ τη μ’κρή και ΄γω τ’ μιγάλ». Και τραβώντας το σχοινί έλεγε και ξανάλεγε: «Αει κ… Καμπαήλια. Βάρα Νταντίτσα…»

Από το βιβλίο του Κωστή Πασχάλη, "΄Οπως τα έχω ακούσει" Σκοπελίτικα αφηγήματα" έκδ. Λαογραφικό Μουσείο Σκοπέλου, 2001

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου