Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Το Τζάκι κι η παρηγοριά του

Mέρες τοῦ Δωδεκαημέρου, φωτεινὲς μέρες ποὺ ἀποπνέουν ἱερότητα καὶ δέος γιὰ ὅσους ἐπιμένουν νὰ ἐρευνοῦν μὲ ἐπιμέλεια καὶ προσοχὴ τὴν ψυχή τους, τὴν παράδοση καὶ φυσικὰ τὶς καταβολές τους. Γιατὶ τὶς μέρες αὐτές, ποὺ λειτουργεῖ ἔτι περισσότερο ἡ λυρικὴ διάθεση τῆς νοσταλγίας τῶν χρόνων τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὁ κάθε συνειδητὸς καὶ φιλέορτος πιστὸς ἀναπολεῖ, μαζὶ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα καὶ κάποιες γωνιὲς εὐλογημένες καὶ πανίερες τοῦ σπιτιοῦ του, γωνιὲς ποὺ φωτίζονται ἀκόμα ἀπὸ τὴν ἀκοίμητη λαμπάδα τῆς ψυχῆς, γιατὶ ἐκεῖ ἀναπαύτηκε πολλὲς φορὲς καὶ, δὲν εἶν᾿ ὑπερβολὴ νὰ τὸ πεῖ κανεὶς, ὅτι καὶ τώρα, καθὼς νοερὰ ἐπιστρέφει, ἀναπαύεται.
Ἀπὸ τὶς εὐλογημένες, λοιπὸν, γωνιὲς ποὺ στέκουν μέσα σου ἀκόμα, ὡς καταφυγῆς χῶροι καὶ εὐτόλμου φροντίδας, εἶναι καὶ τὸ τζάκι, ἡ παραστιὰ, ἡ ἑστία . Κι ἦρθε, μέρες ποὺ εἶναι, νὰ τὸ θυμίσει ὁ Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης τὸ παλιὸ τὸ τζάκι μὲ τὶς ἀτίμητες ἐκεῖνες λέξεις ποὺ βγαίνουν κατευθείαν ἀπό τὸ λατομεῖο τῆς εὐαίσθητης ψυχῆς  του. «Οὐδὲν ἐπόθησα θερμότερον ἐν τῷ μακρῶ βίῳ τῆς ξενιτείας μου ἤ τὴν ἀπόκτησιν ἑστίας, παρὰ τὴν ὁποίαν καθήμενος νὰ ἀφαιροῦμαι εἰς τὰ ἑλικοειδεῖς κυμάνσεις τῆς φλογός της καὶ νὰ καίω ἀπό καιροῦ εἰς καιρὸν τόσα ἀποτυχόντα σχέδια, ὡς καίουσι τὰ ἄχρηστα χαρτία». Γι᾿ αὐτὸ καὶ σὲ χρόνια περασμένα, ὅταν ἀπό τὸ σπίτι ἔλειπε ἡ τηλεόραση, ποὺ στὶς μέρες μας, καλῶς ἤ κακῶς, συντροφεύει τοὺς μοναχικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ἡλικιωμένοι λέγανε πὼς συντροφιὰ τους ἦταν, ἐκτὸς τῶν ἁγίων, τῶν ὁποίων τὸ καντήλι οὐδέποτε ἔσβυνε, καὶ ἡ φωτιὰ στὴν παραστιά. «Τὴ φωτιὰ μ᾿ ἔχω συντροφιὰ μ’» ἔλεγε ἡ γιαγιὰ ἡ Οὐρανία κάτω στὸ Ρέμα ποὺ ζοῦσε μόνη της, ἰδιαίτερα στὶς μακρὲς νύχτες τοῦ χειμώνα, ὅπου ἡ μοναξιὰ μεγάλωνε, ὅπως οἱ σκιὲς στοὺς γύρω καπνισμένους καὶ γκρίζους τοίχους τοῦ χαμηλοῦ της σπιτιοῦ, ἀλλὰ καὶ λίγο πιὸ κάτω στὴ χωνεμένη μέσα στὸ ὑγρὸ σύννεφο, ποὺ ἀνέβαζε ἡ ὑγρασία, ρεματιά. 
Αὐτὴ ἡ παρηγοριὰ ἔρχεται και σήμερα, σ᾿ αὐτοὺς τοὺς ἄγριους καιροὺς στοὺς ὁποίους ἀρμενίζουμε, νὰ σταθεῖ μὲ ἱερότητα καὶ δέος τὸ ἀντιστύλι στοὺς ἐπερχόμενους κλυδωνισμοὺς, καθὼς ἀναθυμᾶται κανεὶς ἐκείνη τὴν ἑστία, τὴν παραστιὰ τῶν παιδικῶν τῶν χρόνων νὰ φεγγοβολᾶ μέσα του μὲ ὅλη τὴ θαλπωρὴ, τὴν εὐλογία καὶ τὴν ὀμορφιὰ. 
 Μόνο ποὺ σιμὰ του στὴν παραστὰ, στὴν ἑστία ἐκείνη καθονταν καὶ τὸν συντρόφευαν  τὰ ἱερὰ πρόσωπα τῶν γονιῶν, ἀλλὰ  καὶ τοῦ παπποῦ καὶ τῆς γιαγιᾶς. Ἰδιάιτερα τῆς γιαγιᾶς μὲ τὸ αἰώνιο πλέξιμο καὶ τὸ παραμύθι, τὸ ποτισμένο μὲ πολλὰ ὄνειρα καὶ συμβουλές. Γιατὶ ἀπό τὸ φτωχικὸ τὸ παραμύθι ξεκινοῦσε μιὰ προσπάθεια συμβουλευτικῆς, ὥστε νὰ μάθει τὸ παιδὶ δυὸ πράγματα: τόσο γιὰ τὸν κόσμο- τὸν καλὸ καὶ τὸν κακό- ὅσο καὶ γιὰ τὴ νοικοκυρωσύνη, τὴν ἀπαρχὴ τῶν πάντων μέσα στὸν καθημερινὸ τὸ βίο. Κι ἦταν αὐτὴ ἡ πρωτόγονη παιδαγωγικὴ μιὰ ἰκανὴ μαθητεία στὶς οὐσιαστικὲς ἀξίες τῆς ζωῆς, ἀφοῦ γίνονταν πάντα μὲ ἁγνότητα, εἰλικρίνεια, ἀγάπη καὶ προπάντων γνησιότητα- ἀρετὲς ποὺ σπανίζουν σήμερα ὅπως σπανίζουν πολλὰ. Μὲ πρῶτο τὴν ἀνθρωπιά μας.
Μέρες, λοιπόν, ποὺ εἶναι, ξαναθυμήθηκες τὸ τζάκι καὶ περισσότερο τὴν παραμυθία ποὺ σκορποῦσε γύρω. καθὼς φεγγοβολοῦσε ἐκεῖνες τὶς ἄγριες νύχτες τοῦ χειμώνα, ὅταν ὁ παγωμένος ἀέρας καὶ ἡ ἀτίθασα κυμαινομένη θάλασσα τράνταζαν τὸ νησὶ ἀπό τὰ θεμέλιά του. Μόνο ποὺ δὲν καταλάβαινες τότε ὅτι ἐκεῖνες οἱ στιγμές, οἱ θεῖες στιγμὲς, ποὺ τὶς πασπάλιζε αἰσιοδοξία καὶ ἀσφάλεια ἡ παρουσία τῶν δικῶν σου ἀνθρώπων, θὰ σοῦ χάριζαν στὰ κατοπινὰ τὴ δυνατότητα νὰ ἡρεμεῖς ὅταν  τὶς  ἀναπολεῖς, ὅταν μὲ συγκίνηση τὶς ἐπισκέπτεσαι,  στιγμὲς, ποὺ, δυστυχῶς, δὲν θὰ ματάρθουν. Ὅπως πολλὰ.
Στὸν κύριο Π.Β.Πάσχο, ἑόρτιος ,γιὰ τὸ ἐπικείμενο  Ἅγιο Δωδεκαήμερο, χαιρετισμὸς
π.Κων. Ν. Καλλιανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου